Μετά το κολύμπι στη θάλασσα ή στην πισίνα, αλλά ακόμη και μετά το ντους, είναι συνηθισμένο να παραμένει μικρή ποσότητα νερού μέσα στον έξω ακουστικό πόρο. Το αυτί μπορεί να μοιάζει βουλωμένο, οι ήχοι να ακούγονται πιο χαμηλοί ή να υπάρχει η χαρακτηριστική αίσθηση ότι το νερό μετακινείται όταν γέρνουμε το κεφάλι. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για μια προσωρινή ενόχληση που υποχωρεί μόλις το νερό απομακρυνθεί ή εξατμιστεί.
Όταν όμως η υγρασία παραμένει μέσα στον ακουστικό πόρο, μπορεί να διαταράξει το προστατευτικό περιβάλλον του δέρματος και να ευνοήσει την ανάπτυξη μικροοργανισμών. Έτσι μπορεί να εμφανιστεί εξωτερική ωτίτιδα, γνωστή και ως «αυτί του κολυμβητή». Η διαφορά ανάμεσα στο απλό παγιδευμένο νερό και στην αρχόμενη φλεγμονή δεν είναι πάντοτε εμφανής από την πρώτη στιγμή, γι’ αυτό έχει σημασία να γνωρίζουμε ποια συμπτώματα χρειάζονται προσοχή και ποιες προσπάθειες καθαρισμού μπορεί να προκαλέσουν περισσότερο κακό παρά καλό.
Γιατί εγκλωβίζεται νερό μέσα στο αυτί;
Ο έξω ακουστικός πόρος είναι ένας στενός σωλήνας που οδηγεί από το εξωτερικό τμήμα του αυτιού μέχρι το τύμπανο. Η ανατομία του δεν είναι απολύτως ευθεία, επομένως μικρή ποσότητα νερού μπορεί να παραμείνει προσωρινά σε κάποιο σημείο του, ιδιαίτερα μετά από βουτιές ή παρατεταμένη παραμονή στο νερό.
Η κυψελίδα, δηλαδή το φυσικό κερί του αυτιού, μπορεί επίσης να συγκρατήσει νερό, ειδικά όταν υπάρχει σε μεγαλύτερη ποσότητα ή έχει σχηματίσει βύσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφαιρεθεί με μπατονέτα. Η κυψελίδα αποτελεί μέρος της φυσικής άμυνας του αυτιού, καθώς βοηθά στην απώθηση της υγρασίας, περιορίζει την ανάπτυξη μικροοργανισμών και προστατεύει το ευαίσθητο δέρμα του ακουστικού πόρου.
Το νερό μπορεί να παγιδεύεται ευκολότερα σε ανθρώπους με στενό ακουστικό πόρο, μεγάλη ποσότητα κυψελίδας, δερματικές παθήσεις μέσα ή γύρω από το αυτί, καθώς και σε όσους χρησιμοποιούν συχνά ωτοασπίδες, ακουστικά βαρηκοΐας ή ακουστικά που εφαρμόζουν μέσα στο αυτί.
Πότε πρόκειται πιθανότατα μόνο για παγιδευμένο νερό;
Η απλή παρουσία νερού συνήθως προκαλεί αίσθημα πληρότητας ή βουλώματος, προσωρινή μείωση της ακοής και μερικές φορές έναν ήχο που θυμίζει «πιτσίλισμα» κατά την κίνηση του κεφαλιού. Δεν προκαλεί κατά κανόνα έντονο πόνο, σημαντικό κνησμό, έκκριση ή ορατό πρήξιμο.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ενόχληση μειώνεται σταδιακά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το αυτί μπορεί να στεγνώσει φυσικά, ιδιαίτερα όταν το κεφάλι γέρνει προς την πλευρά του επηρεασμένου αυτιού και διευκολύνεται η έξοδος του νερού.
Ωστόσο, η επίμονη αίσθηση βουλώματος δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ακόμη νερό. Μπορεί να οφείλεται σε διογκωμένη κυψελίδα, ερεθισμό του δέρματος, αρχόμενη εξωτερική ωτίτιδα ή άλλη πάθηση του αυτιού. Εάν η ενόχληση επιμένει ή συνοδεύεται από νέα συμπτώματα, χρειάζεται εξέταση αντί για επαναλαμβανόμενες προσπάθειες καθαρισμού στο σπίτι.
Τι είναι η εξωτερική ωτίτιδα;
Η εξωτερική ωτίτιδα είναι φλεγμονή του δέρματος που καλύπτει τον έξω ακουστικό πόρο. Συχνά προκαλείται από βακτηριακή λοίμωξη, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμπλέκονται μύκητες, δερματικές παθήσεις ή ερεθιστικές και αλλεργικές αντιδράσεις.
Η παρατεταμένη υγρασία μαλακώνει και αποδυναμώνει το προστατευτικό στρώμα του δέρματος. Εάν συνυπάρχουν μικρές εκδορές από μπατονέτες, νύχια ή άλλα αντικείμενα, τα μικρόβια μπορούν ευκολότερα να εισχωρήσουν και να πολλαπλασιαστούν. Για αυτό η εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συχνότερα μετά το κολύμπι, χωρίς όμως να αφορά αποκλειστικά τους κολυμβητές. Μπορεί να προκληθεί και μετά από μπάνιο, ντους, έντονη εφίδρωση ή παραμονή σε περιβάλλον με μεγάλη υγρασία.
Δεν είναι η ίδια πάθηση με τη μέση ωτίτιδα, η οποία αναπτύσσεται πίσω από το τύμπανο και είναι ιδιαίτερα συχνή στα μικρά παιδιά. Η διάκριση γίνεται με εξέταση του αυτιού, καθώς ο πόνος και η αίσθηση βουλώματος μπορεί να εμφανιστούν σε περισσότερες από μία παθήσεις.
Τα σημάδια που δείχνουν ότι μπορεί να έχει αρχίσει φλεγμονή
Η εξωτερική ωτίτιδα μπορεί αρχικά να εκδηλωθεί με ήπιο κνησμό, ενόχληση ή αίσθημα πληρότητας. Καθώς η φλεγμονή εξελίσσεται, είναι πιθανό να εμφανιστούν:
- πόνος μέσα ή γύρω από το αυτί,
- ευαισθησία όταν τραβάμε απαλά το πτερύγιο,
- πόνος όταν πιέζεται ο τράγος, δηλαδή το μικρό τμήμα μπροστά από το άνοιγμα του αυτιού,
- κνησμός στον ακουστικό πόρο,
- ερυθρότητα ή πρήξιμο,
- έκκριση υγρού ή πύου,
- προσωρινά μειωμένη ακοή,
- πόνος κατά τη μάσηση ή την κίνηση της γνάθου.
Η ευαισθησία κατά την κίνηση του εξωτερικού αυτιού αποτελεί χαρακτηριστικό εύρημα της οξείας εξωτερικής ωτίτιδας, σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Ωτορινολαρυγγολογίας. Δεν αρκεί, ωστόσο, ένα σύμπτωμα για να γίνει ασφαλής διάγνωση χωρίς εξέταση του ακουστικού πόρου και του τυμπάνου.
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το νερό να απομακρυνθεί με ασφάλεια;
Η ασφαλέστερη πρώτη κίνηση είναι να γείρουμε το κεφάλι έτσι ώστε το επηρεασμένο αυτί να κοιτάζει προς τα κάτω. Το απαλό τράβηγμα του λοβού προς διαφορετικές κατευθύνσεις μπορεί να βοηθήσει το νερό να κινηθεί προς την έξοδο. Το εξωτερικό μέρος του αυτιού μπορεί να στεγνώσει με καθαρή πετσέτα, χωρίς να εισχωρήσει τίποτα μέσα στον ακουστικό πόρο.
Το CDC αναφέρει ότι, εάν το νερό παραμένει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί πιστολάκι μαλλιών στη χαμηλότερη ένταση και θερμοκρασία, κρατημένο σε απόσταση αρκετών εκατοστών από το αυτί. Ο αέρας δεν πρέπει να είναι θερμός ούτε να κατευθύνεται με μεγάλη δύναμη μέσα στον πόρο.
Εάν η αίσθηση βουλώματος δεν υποχωρεί, δεν είναι ασφαλές να συνεχίζονται έντονες ή επαναλαμβανόμενες προσπάθειες. Ένας επαγγελματίας υγείας μπορεί να διαπιστώσει εάν υπάρχει βύσμα κυψελίδας, φλεγμονή, ξένο σώμα ή άλλη αιτία.
Γιατί η μπατονέτα μπορεί να επιδεινώσει το πρόβλημα;
Η μπατονέτα δεν απορροφά απαραίτητα το παγιδευμένο νερό. Συχνά σπρώχνει την κυψελίδα και τα υπολείμματα βαθύτερα, ενώ μπορεί να προκαλέσει μικροσκοπικούς τραυματισμούς στο δέρμα του ακουστικού πόρου. Αυτές οι εκδορές δημιουργούν σημεία εισόδου για βακτήρια και αυξάνουν τον κίνδυνο φλεγμονής.
Το ίδιο ισχύει για τα δάχτυλα, τις φουρκέτες, τα κλειδιά, τα μολύβια και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο χρησιμοποιείται για να «ξεβουλώσει» το αυτί. Ακόμη και όταν δεν προκαλείται άμεσος πόνος, μπορεί να τραυματιστεί το δέρμα ή, σε βαθύτερη εισαγωγή, το τύμπανο.
Η υπερβολική απομάκρυνση της κυψελίδας στερεί επίσης από το αυτί έναν σημαντικό προστατευτικό μηχανισμό. Το αυτί διαθέτει φυσική διαδικασία αυτοκαθαρισμού και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καθαρισμό στο εσωτερικό του.
Τι δεν πρέπει να ρίχνουμε μόνοι μας μέσα στο αυτί;
Στο διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλές συμβουλές που περιλαμβάνουν οινόπνευμα, ξίδι, οξυζενέ, λάδι ή διάφορα αυτοσχέδια διαλύματα. Ορισμένα ειδικά σκευάσματα μπορεί να χρησιμοποιούνται για την απομάκρυνση της υγρασίας ή στο πλαίσιο συγκεκριμένης θεραπείας, αλλά δεν είναι κατάλληλα για όλους.
Σταγόνες ή υγρά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται χωρίς επαγγελματική καθοδήγηση όταν υπάρχει:
- γνωστή ή πιθανή διάτρηση του τυμπάνου,
- σωληνάκι αερισμού στο τύμπανο,
- προηγούμενη χειρουργική επέμβαση στο αυτί,
- έκκριση ή αίμα από τον ακουστικό πόρο,
- σημαντικός πόνος,
- ήδη διαγνωσμένη εξωτερική ωτίτιδα.
Εάν δεν γνωρίζουμε αν το τύμπανο είναι ακέραιο, η τυχαία χρήση ενός διαλύματος μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό ή να μην είναι ασφαλής για τις βαθύτερες δομές του αυτιού. Δεν πρέπει επίσης να χρησιμοποιούνται παλιές ή περισσευούμενες αντιβιοτικές σταγόνες, καθώς η σωστή θεραπεία εξαρτάται από την κατάσταση του ακουστικού πόρου και του τυμπάνου.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από εξωτερική ωτίτιδα;
Η συχνή κολύμβηση και η παραμονή σε ζεστό, υγρό περιβάλλον αυξάνουν την έκθεση, αλλά δεν αποτελούν τους μοναδικούς παράγοντες. Μεγαλύτερο κίνδυνο μπορεί να έχουν άνθρωποι με:
- έκζεμα, ψωρίαση ή σμηγματορροϊκή δερματίτιδα,
- πολύ στενό ακουστικό πόρο,
- υπερβολική ή συμπιεσμένη κυψελίδα,
- συνήθεια καθαρισμού με μπατονέτες ή άλλα αντικείμενα,
- συχνή χρήση ακουστικών, ωτοασπίδων ή ακουστικών βαρηκοΐας,
- προηγούμενα επεισόδια εξωτερικής ωτίτιδας,
- αλλεργική ευαισθησία σε προϊόντα μαλλιών ή υλικά που έρχονται σε επαφή με το αυτί.
Οι συσκευές που τοποθετούνται μέσα ή γύρω από το αυτί χρειάζονται τακτικό καθαρισμό σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή. Η κακή εφαρμογή και η παρατεταμένη χρήση τους μπορεί να προκαλέσουν τριβή, να παγιδεύσουν υγρασία και να ερεθίσουν το δέρμα.
Πώς αντιμετωπίζεται η εξωτερική ωτίτιδα;
Η διάγνωση γίνεται συνήθως με εξέταση του ακουστικού πόρου και του τυμπάνου. Σε επίμονα, σοβαρά ή επαναλαμβανόμενα περιστατικά μπορεί να χρειαστεί λήψη δείγματος από την έκκριση, ώστε να διερευνηθεί εάν εμπλέκονται βακτήρια ή μύκητες.
Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία και τη βαρύτητα. Στην απλή οξεία εξωτερική ωτίτιδα, η βασική θεραπεία είναι συνήθως τοπικές σταγόνες που μπορεί να περιέχουν αντιμικροβιακή, αντισηπτική ή αντιφλεγμονώδη ουσία. Εάν ο πόρος έχει πρηστεί σημαντικά, ο γιατρός μπορεί να τοποθετήσει ειδικό φυτίλι, ώστε το φάρμακο να φτάσει βαθύτερα.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες της American Academy of Otolaryngology–Head and Neck Surgery Foundation συνιστούν την τοπική θεραπεία ως πρώτη επιλογή για την ανεπίπλεκτη οξεία εξωτερική ωτίτιδα. Τα αντιβιοτικά από το στόμα δεν είναι συνήθως απαραίτητα, εκτός εάν η λοίμωξη έχει επεκταθεί έξω από τον ακουστικό πόρο ή ο ασθενής διατρέχει αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, το αυτί πρέπει να προστατεύεται από το νερό και να αποφεύγεται η κολύμβηση μέχρι να δοθούν διαφορετικές οδηγίες από τον γιατρό. Η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται μόλις μειωθεί ο πόνος, αλλά να ακολουθείται ακριβώς όπως έχει συνταγογραφηθεί.
Πότε χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση;
Η εμφάνιση πόνου ή έκκρισης μετά το κολύμπι χρειάζεται αξιολόγηση, επειδή αυτά τα συμπτώματα δεν αντιστοιχούν συνήθως σε απλό παγιδευμένο νερό. Ιατρική συμβουλή είναι επίσης απαραίτητη όταν υπάρχει έντονο ή αυξανόμενο πρήξιμο, πυρετός, σημαντική μείωση της ακοής ή συμπτώματα που δεν υποχωρούν.
Πιο άμεση αξιολόγηση χρειάζεται όταν εμφανίζονται:
- πολύ έντονος ή δυσανάλογος πόνος,
- πόνος που ξυπνά τον ασθενή τη νύχτα,
- ερυθρότητα ή πρήξιμο που επεκτείνεται γύρω από το αυτί,
- πυρετός ή έντονη κακουχία,
- ζάλη, διαταραχή ισορροπίας ή νευρολογικά συμπτώματα,
- αδυναμία ή ασυμμετρία στο πρόσωπο,
- έκκριση αίματος ή πύου,
- απότομη ή έντονη απώλεια ακοής.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται άνθρωποι με σακχαρώδη διαβήτη, ανοσοκαταστολή ή χρόνια νεφρική νόσο. Σε αυτές τις ομάδες, ένας επίμονος ή έντονος πόνος στο αυτί πρέπει να αξιολογείται γρήγορα, επειδή σπάνια μπορεί να αναπτυχθεί μια σοβαρή μορφή λοίμωξης που επεκτείνεται στους γύρω ιστούς.
Πώς προλαμβάνεται το «αυτί του κολυμβητή»;
Η βασική πρόληψη είναι η ασφαλής απομάκρυνση της υγρασίας χωρίς τραυματισμό του ακουστικού πόρου. Μετά το κολύμπι ή το μπάνιο, τα αυτιά μπορούν να στεγνώνονται εξωτερικά και το κεφάλι να γέρνει προς κάθε πλευρά ώστε να στραγγίσει το νερό.
Άνθρωποι που εμφανίζουν συχνά εξωτερική ωτίτιδα μπορούν να συζητήσουν με γιατρό εάν χρειάζονται ειδικά διαμορφωμένες ωτοασπίδες ή άλλο μέτρο προστασίας. Οι κοινές ωτοασπίδες πρέπει να εφαρμόζουν σωστά και να διατηρούνται καθαρές, επειδή η κακή εφαρμογή μπορεί να ερεθίσει το δέρμα ή να παγιδεύσει υγρασία.
Οι προληπτικές σταγόνες στεγνώματος δεν είναι κατάλληλες για όλους και πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο αφού επιβεβαιωθεί ότι είναι ασφαλείς για το συγκεκριμένο αυτί. Η αποφυγή της μπατονέτας και των άλλων αντικειμένων παραμένει ένα από τα σημαντικότερα μέτρα πρόληψης.
Από την προσωρινή ενόχληση στη φλεγμονή
Το νερό στο αυτί μετά το κολύμπι είναι συνήθως μια ακίνδυνη και προσωρινή κατάσταση. Η εμφάνιση πόνου, κνησμού που επιδεινώνεται, ευαισθησίας κατά την κίνηση του πτερυγίου, πρηξίματος ή έκκρισης δείχνει ότι μπορεί να έχει αναπτυχθεί εξωτερική ωτίτιδα και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυτοσχέδιες μεθόδους.
Το σημαντικότερο είναι να επιτρέπουμε στο αυτί να στεγνώσει με ήπιους τρόπους και να αποφεύγουμε οτιδήποτε μπορεί να τραυματίσει τον ακουστικό πόρο. Όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή εμφανίζονται ενδείξεις φλεγμονής, η εξέταση από επαγγελματία υγείας είναι ασφαλέστερη από τη συνεχή προσπάθεια να «ξεβουλώσουμε» μόνοι μας το αυτί.



