Η παγκόσμια προσπάθεια κατά των παραμελημένων τροπικών νόσων έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο, αλλά τα κέρδη παραμένουν εύθραυστα. Σύμφωνα με τη νέα ενδιάμεση αξιολόγηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, 63 χώρες είχαν εξαλείψει τουλάχιστον μία από αυτές τις νόσους έως τον Ιούνιο του 2026, έναντι 42 χωρών στο τέλος του 2020.
Ο όρος «παραμελημένες τροπικές νόσοι» καλύπτει 21 νόσους και ομάδες νοσημάτων που επηρεάζουν κυρίως φτωχότερους και ευάλωτους πληθυσμούς. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η σχιστοσωμίαση, η λεϊσμανίαση, η νόσος του ύπνου, ο δάγκειος πυρετός και η νόσος του σκώληκα της Γουινέας.
Λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται παρέμβαση
Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι 1,41 δισεκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονταν παρεμβάσεις το 2024. Ο αριθμός είναι μειωμένος κατά 36% σε σχέση με το 2010 και κατά 19% σε σχέση με το 2020. Η νόσος του ύπνου έχει υποχωρήσει κατά 98% από το 1999, ενώ για τη νόσο του σκώληκα της Γουινέας καταγράφηκαν μόλις 10 ανθρώπινα περιστατικά το 2025.
Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μακροχρόνιες εκστρατείες, η μαζική χορήγηση φαρμάκων, η έγκαιρη διάγνωση και η επιτήρηση μπορούν να αλλάξουν την πορεία νοσημάτων που για δεκαετίες θεωρούνταν αναπόφευκτα.
Γιατί η εικόνα δεν είναι μόνο θετική
Η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη. Τα περιστατικά δάγκειου πυρετού έφτασαν το 2024 σε ιστορικό υψηλό 15,1 εκατομμυρίων, ενώ οι θάνατοι από νοσήματα που μεταδίδονται με διαβιβαστές έχουν αυξηθεί. Μόνο τρεις από τους ειδικούς ανά νόσο δείκτες πέτυχαν τους ενδιάμεσους στόχους για το 2025.
Σημαντικά κενά υπάρχουν και στα δεδομένα. Όταν η επιτήρηση είναι περιορισμένη ή οι πληροφορίες δεν αναλύονται ανά φύλο, ηλικία και περιοχή, είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν οι πληθυσμοί που μένουν εκτός προγραμμάτων πρόληψης και θεραπείας.
Χρηματοδότηση κάτω από τα επίπεδα πριν από την πανδημία
Οι διαθέσιμοι πόροι για τις παραμελημένες τροπικές νόσους παραμένουν περίπου 30% χαμηλότεροι από τα επίπεδα πριν από την COVID-19. Παράλληλα, σχεδόν το 80% της διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας την περίοδο 2018–2024 προερχόταν από μικρό αριθμό δωρητών. Αυτή η συγκέντρωση κάνει τα προγράμματα ευάλωτα σε απότομες περικοπές.
Οι διακοπές στη χρηματοδότηση μπορεί να επηρεάσουν μαζικές θεραπείες, εργαστηριακή επιτήρηση, έλεγχο διαβιβαστών και διαχείριση περιστατικών. Μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε απώλεια φαρμάκων που έχουν ήδη δωρηθεί, αν δεν υπάρχουν οι δομές για να διανεμηθούν έγκαιρα.
Νέα εργαλεία, αλλά όχι αυτόματη λύση
Η επιστήμη προσθέτει νέα μέσα: παιδιατρική μορφή πραζικουαντέλης για τη σχιστοσωμίαση, γενόσημη μιλτεφοσίνη για τη λεϊσμανίαση, εμβόλιο για τον δάγκειο πυρετό, δύο εμβόλια για την τσικουνγκούνια και νέες θεραπείες για την ογκοκερκίαση και την αφρικανική τρυπανοσωμίαση.
Η διαθεσιμότητα ενός φαρμάκου ή εμβολίου, όμως, δεν εγγυάται πρόσβαση. Χρειάζονται ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, εκπαιδευμένο προσωπικό, συστήματα εφοδιασμού και αξιόπιστη καταγραφή.
Τι σημαίνει για τη δημόσια υγεία
Ο ΠΟΥ ζητά μεγαλύτερη εγχώρια χρηματοδότηση, ενσωμάτωση των υπηρεσιών για αυτές τις νόσους στην καθολική κάλυψη υγείας και προσαρμογή των προγραμμάτων σε συγκρούσεις και κλιματική αλλαγή. Η κοινή παροχή υπηρεσιών για περισσότερα από ένα νοσήματα μπορεί να μειώσει κόστος και κατακερματισμό.
Το βασικό μήνυμα είναι διπλό: η εξάλειψη είναι εφικτή όταν η προσπάθεια διατηρείται, αλλά η υποχώρηση μιας νόσου δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί οριστικά. Η διακοπή της επιτήρησης ή της θεραπείας μπορεί να αντιστρέψει πολυετή πρόοδο.
Πρωτογενής πηγή: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Global report on neglected tropical diseases 2026. Το άρθρο είναι ενημερωτικό και δεν αντικαθιστά ιατρική συμβουλή.



