Να απαντάμε σε ένα μήνυμα ενώ ακούμε μια τηλεδιάσκεψη, να μαγειρεύουμε ενώ μιλάμε στο τηλέφωνο ή να αλλάζουμε συνεχώς από τη μία δουλειά στην άλλη. Το multitasking έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο μιας γεμάτης ημέρας.
Μόνο που ο εγκέφαλος δεν εκτελεί πάντα όλες αυτές τις δραστηριότητες παράλληλα. Όταν δύο εργασίες απαιτούν την ίδια στιγμή προσοχή και γνωστικό έλεγχο, συχνά χρειάζεται να μετακινούμε γρήγορα την προσοχή μας από τη μία στην άλλη. Και αυτή η εναλλαγή έχει κόστος.
Κάνουμε πραγματικά πολλά πράγματα ταυτόχρονα;
Εξαρτάται από τις δραστηριότητες. Ορισμένες πράξεις έχουν γίνει τόσο αυτόματες ώστε μπορούν να συνδυαστούν σχετικά εύκολα. Όταν όμως δύο εργασίες απαιτούν ενεργή σκέψη, επιλογή ή επεξεργασία πληροφοριών, οι δυνατότητες του συστήματος προσοχής μας είναι πιο περιορισμένες.
Γι’ αυτό το multitasking συχνά περιγράφεται καλύτερα ως γρήγορο task-switching: αντί να ολοκληρώνουμε δύο απαιτητικές εργασίες ταυτόχρονα, μετακινούμαστε διαρκώς ανάμεσά τους.
Τι είναι το «κόστος εναλλαγής»;
Κάθε φορά που αλλάζουμε εργασία, ο εγκέφαλος χρειάζεται να προσαρμόσει ξανά το πλαίσιο μέσα στο οποίο δουλεύει. Αυτό μπορεί να προκαλέσει μικρή καθυστέρηση ή περισσότερα λάθη σε σχέση με το να συνεχίζαμε την ίδια εργασία.
Η βιβλιογραφία για το task-switching περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως switch cost. Η επίδραση δεν είναι ίδια σε όλες τις εργασίες, αλλά γενικά η αλλαγή από μία εργασία σε άλλη μπορεί να μειώσει την ταχύτητα ή την ακρίβεια της εκτέλεσης.
Γιατί νιώθουμε ότι είμαστε πιο παραγωγικοί;
Το multitasking μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάνουμε περισσότερα επειδή είμαστε συνεχώς απασχολημένοι. Η πραγματική απόδοση όμως δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα πράγματα αγγίζουμε μέσα σε μία ώρα, αλλά και από το πόσο καλά ολοκληρώνουμε τις εργασίες.
Όταν οι δραστηριότητες είναι απαιτητικές, οι συνεχείς εναλλαγές μπορούν να αυξήσουν το γνωστικό φορτίο και να κάνουν πιο δύσκολη τη διατήρηση της προσοχής.
Όλες οι μορφές multitasking είναι ίδιες;
Όχι. Το να περπατάμε ενώ μιλάμε, για παράδειγμα, δεν είναι απαραίτητα συγκρίσιμο με το να γράφουμε ένα σημαντικό email ενώ συμμετέχουμε σε μια απαιτητική συζήτηση.
Επίσης, η έρευνα για το λεγόμενο media multitasking —όπως η ταυτόχρονη χρήση πολλών ψηφιακών μέσων— δεν είναι απόλυτα ομοιόμορφη. Ορισμένες μελέτες έχουν βρει συσχετίσεις με διαφορετικές γνωστικές επιδόσεις, ενώ άλλες δεν εντοπίζουν σαφή σχέση. Επομένως, δεν είναι σωστό να υποστηρίξουμε ότι όποιος κάνει συχνά multitasking έχει απαραίτητα «χειρότερη μνήμη» ή «καταστρέφει τη συγκέντρωσή του».
Πώς μπορούμε να μειώσουμε τις συνεχείς εναλλαγές;
Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να κάνουμε ποτέ περισσότερα από ένα πράγματα. Μπορούμε όμως να περιορίσουμε τις περιττές εναλλαγές, ιδιαίτερα όταν μια εργασία απαιτεί συγκέντρωση.
Μερικές απλές πρακτικές είναι:
- να ολοκληρώνουμε μια απαιτητική εργασία πριν ανοίξουμε μια δεύτερη,
- να περιορίζουμε τις ειδοποιήσεις όταν χρειαζόμαστε συγκέντρωση,
- να ομαδοποιούμε παρόμοιες μικρές εργασίες,
- να κρατάμε σημειωμένο το επόμενο βήμα όταν διακόπτουμε κάτι,
- να αφήνουμε τις δραστηριότητες που απαιτούν περισσότερη σκέψη για περιόδους με λιγότερες διακοπές.
Ο στόχος δεν είναι η «τέλεια συγκέντρωση», αλλά λιγότερη άσκοπη μετακίνηση της προσοχής.
Τι κρατάμε
Το multitasking δεν σημαίνει πάντα ότι ο εγκέφαλος κάνει δύο απαιτητικές εργασίες παράλληλα. Συχνά σημαίνει ότι αλλάζουμε πολύ γρήγορα από τη μία στην άλλη. Αυτές οι εναλλαγές μπορούν να έχουν κόστος στην ταχύτητα και την ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν οι εργασίες απαιτούν ενεργή προσοχή. Μερικές φορές, το να κάνουμε λιγότερα πράγματα ταυτόχρονα είναι τελικά ένας πιο πρακτικός τρόπος να τα ολοκληρώσουμε καλά.



